Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΓΙΑ «ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ» ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ


Η ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΥΡΩΣΕΩΝ ΓΙΑ «ΑΘΕΜΙΤΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ» ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ.

1.Η ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, για κλείσιμο της υπόθεσης Novartis με την επιβολή προστίμου 112 εκατομμυρίων δολαρίων, δίνει το έναυσμα για την αναζήτηση αποζημίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο. Οι έρευνες αυτές των αμερικανικών αρχών, δηλαδή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) και του υπουργείου Δικαιοσύνης (DoJ) οδηγήθηκαν στο κλείσιμο, χωρίς περαιτέρω ποινικές συνέπειες ή την επιβολή διοικητικών κυρώσεων στη Novartis, αφού η εταιρεία συμφώνησε να πληρώσει ιδιαίτερα υψηλά πρόστιμα, πολλαπλάσια του οφέλους που είχε από τις παράνομες και αθέμιτες πρακτικές της: 111,8 εκατ. δολ. στην SEC και 233,9 εκατ. δολ. στο DoJ, δηλαδή συνολικά 346,7 εκατ. δολ. Σημειώνεται ότι το υπολογιζόμενο από τις αμερικανικές αρχές όφελος ήταν 70,1 εκατ. δολ. στην Ελλάδα. Δηλαδή, τα ποσά που καταβλήθηκαν στις αμερικανικές αρχές ήταν σχεδόν τετραπλάσια του οικονομικού οφέλους. Το άκρως παράδοξο συμπέρασμα από τη δημοσιοποίηση των αμερικανικών εγγράφων είναι ότι η Novartis πληρώνει ένα υψηλό τίμημα στις αμερικανικές αρχές για τις αθέμιτες πρακτικές που εφάρμοσε στην Ελλάδα, με βάση τον αμερικανικό νόμο για τη διαφθορά στο εξωτερικό (Foreign Corrupt Practices Act).Ήδη ανακοινώθηκε ότι θέμα ερευνά το ΝΣΚ[1].
Ανεξάρτητα από την ποινική διάσταση  μεγάλων ποινικών υποθέσεων με δημόσιο ενδιαφέρον  και εν όψει του γεγονότος ότι στις ΗΠΑ[2] γίνεται ολόκληρη συζήτηση και διαδικασία για την επιβολή κυρώσεων για «αθέμιτες πρακτικές», πιστεύω ότι θα ήταν σκόπιμο να ερευνηθούν και στην Ελλάδα παράλληλα και η επιβολή  κυρώσεων (διοικητικών) σε ανάλογες περιπτώσεις. Οι διεθνείς εξελίξεις κατατείνουν στην αυστηροποίηση [3] των νομικών πλαισίων γύρω από τη δραστηριότητα των εταιριών, με σκοπό πάνω από όλα την καλύτερη λειτουργία του παγκόσμιου κράτους δικαίου.
2.-Κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από τη νομολογία αναφορικά με την ευθύνη των νομικών προσώπων κατ’ άρθρον 71 Α.Κ[4] «Από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση . Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 AK (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου) και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως «η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του» προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ’ άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ’ αυτό, κατ’ άρθρο 922 AK».
3.-Από την επισκόπηση της ελληνικής ποινικής νομοθεσίας είναι φανερό, ότι ουδέποτε καθιερώθηκε στην Ελλάδα ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων. Στο ελληνικό δίκαιο τα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να έχουν ποινική ευθύνη, στο μέτρο που ούτε κατά κυριολεξία πράττουν ούτε έχουν ενοχή για τις πράξεις που κατά πλάσμα δικαίου τους καταλογίζονται. Έτσι το δίκαιό μας αναγνωρίζει μόνο τη δυνατότητα επιβολής αστικών και διοικητικών κυρώσεων σε βάρος τους. Αρμόδια διοικητικά όργανα υπάρχουν και μπορούν άμεσα να προχωρήσουν με βάση τις  έρευνες των αμερικανικών αρχών, δηλαδή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (SEC) και του υπουργείου Δικαιοσύνης (DoJ) και να ζητήσουν, με δικαστική συνδρομή, τα στοιχεία που προέκυψαν  και να προχωρήσουν στην άμεση επιβολή διοικητικών κυρώσεων. Η άσκηση αγωγών φοβούμαι ότι  θα περιπλέξει την κατάσταση  ,έν όψει των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων και θα οδηγήσει τα πράγματα «στις Ελληνικές καλένδες».
4.-Έπειτα, λοιπόν, από επισκόπηση  των  συναφών διατάξεων καθίσταται πλέον σαφής ο προσανατολισμός του Έλληνα νομοθέτη στην επιβολή αμιγώς διοικητικών κυρώσεων, όπως τα διοικητικά πρόστιμα, ο αποκλεισμός από δημόσιες παροχές και ενισχύσεις, η προσωρινή ή και οριστική απαγόρευση άσκησης ορισμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας, η δικαστική εποπτεία και εσχάτως το προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο των εγκαταστάσεων, που χρησιμοποιήθηκαν ως μέσω για την τέλεση των αξιοποίνων πράξεων.
Αντώνης Π. Αργυρός
28/06/2020


[1] Δήλωση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό 26 Ιουνίου 2020.
[2] Στις ΗΠΑ σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τουλάχιστον ύστερα  από την απόφαση “New York Central and Hudson River Railroad Company”, είναι αυτή της «Θεωρίας της αντιπροσωπευτικής ευθύνης» (vicarious liability). Σύμφωνα με αυτήν, την ποινική ευθύνη του νομικού προσώπου θεμελιώνει η συμπεριφορά κάθε φυσικού προσώπου, το οποίο ενεργώντας εντός των πλαισίων της αρμοδιότητάς του, παραβιάζει τον ποινικό νόμο με σκοπό να προσπορίσει οικονομικό όφελος στην επιχείρηση.
[3] Από το 1977 η Ένωση προχώρησε σε σύσταση προς τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να εξετάσουν τις αρχές της ποινικής ευθύνης ώστε να εισαγάγουν στα εθνικά τους ποινικά συστήματα ευθέως την ποινική ευθύνη των επιχειρήσεων για περιβαλλοντικές παραβάσεις. Ανάλογες συστάσεις επανελήφθησαν το 1982 (για την προστασία του καταναλωτή) και το 1988 (γενικότερα). Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το λεγόμενο “Corpus Juris”, ένα πρότυπο κανονιστικό κείμενο που αφορούσε την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, το οποίο δεν ίσχυσε ποτέ αυτοτελώς, αλλά έδωσε σαφή προσανατολισμό σε πληθώρα Συμβάσεων και Πρωτοκόλλων τα οποία ακολούθησαν και τα οποία κυρώθηκαν από την Ελλάδα σύμφωνα με τη σχετική διαδικασία.
[4] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1885/2014, ΑΠ 1761/2014, ΑΠ 1723/2014, ΜΠρΑλεξ 27/2013, ΕφΛαρ 57/2012, ΠΠΑ 1066/2011, ΑΠ 29/2006, ΕφΠειρ 151/2006, ΕφΑθ 8419/2005, ΕφΠειρ 161/2004, ΕφΠατρ 673/2004, ΕφΔωδεκ 114/2004, ΜΠρΘεσσ 135/2003, ΜΠρΛαμ 383/2000, ΑΠ 1615/1999, ΕφΑθ 6292/1999, ΕφΑθ 6922/1994, ΑΠ 191/1990, άπασες Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2020

Ο «άνθρωπος» της διπλανής πόρτας..


Ο «άνθρωπος» της διπλανής πόρτας..
 Η δοκιμασία της πανδημίας είναι  κάτι πρωτόγνωρο για της μεταπολεμική Ελλάδα. Την ίδια ώρα της δοκιμασίας και του «εγκλεισμού» άρχισαν εντελώς περίεργα και χωρίς σύνδεση με το γεγονός να αποκαλύπτονται ειδεχθή εγκλήματα παρόμοια δεν είχαμε συνηθίσει στο Ελλαδικό χώρο .Άγνωστα κίνητρα  φωτίζουν τις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ψυχής που οδηγούν στις πιο αποτρόπαιες εγκληματικές ενέργειες των αστυνομικών χρονικών. Σκεφτείτε τα φρικτά εγκλήματα σε βάρος της Τοπαλούδη που προκαλούν ανατριχίλα και έγιναν από νέα παιδιά.Μιλάμε και βλέπουμε τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας πρωταγωνιστές αυτών των ειδεχθών εγκλημάτων. Ήταν ένας άνθρωπος υπεράνω υποψίας ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας.
  • Σοκαριστικές είναι οι περιγραφές στη δικογραφία για την δράση του «ψευτογιατρού», ο οποίος συνελήφθη και κατηγορείται για τον θάνατο δύο ανήλικων παιδιών και ενός ηλικιωμένου. Ο 47χρονος κατηγορούμενος ο οποίος βρίσκεται στα χέρια της αστυνομίας είχε καταφέρει να πείσει ανθρώπους της Εκκλησίας, αλλά και επιστήμονες, να τον εμπιστευτούν ενώ τον συνέστηναν και σε ανυποψίαστους πολίτες που αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα υγείας.
  • Ανατρίχιασαν οι αστυνομικοί της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης με όσα ομολόγησε εν τέλει η 33χρονη απαγωγέας της10χρονης μαθήτριας κατά την διάρκεια της ανάκρισης που την γνώριζε, αφού ζούσαν στην  ίδια γειτονιά. Η σεξουαλική εκμετάλλευση του κοριτσιού φαίνεται ότι   ήταν το κίνητρο της 33χρονης.
  • Μία παρατήρηση για δυνατή μουσική ήταν αρκετή για να σκοτώσει ο 34χρονος άνδρας τη μητέρα του στο Μενίδι.
  •  Η εξιχνίαση της απεχθούς  επίθεσης με βιτριόλι στην 34χρονη Ιωάννα στην Καλλιθέα από την «μαυροντυμένη» έφερε στο προσκήνιο ένα ακόμα απεχθές έγκλημα που ήταν προμελετημένο και δεν δείχνει  ίχνος μεταμέλειας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορούμε να μιλάμε για «Διαταραχές της Προσωπικότητας» που δεν σχετίζονται με μειωμένο καταλογισμό όπως αυτός περιγράφεται στο Άρθρο 34-36 του Ποινικού Κώδικα. Σε μία προσπάθεια να αντιληφθούμε τι μπορεί να οπλίσει τελικά το χέρι του «ανθρώπου της διπλανής πόρτας» διαπιστώνουμε ότι αφενός μεν  γίνεται μια συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια παραπλάνησης των κατασταλτικών μηχανισμών με σύγχρονα μέσα και διαδικασίες  αφετέρου η βία που ασκείται είναι πρωτοφανής ( ενδεικτικά περίπτωση Τοπαλούδη και χρήσης  επίθεσης με βιτριόλι)

Μπορεί η ποινική αντιμετώπιση τέτοιων εγκλημάτων να είναι σε κάποιες  περιπτώσεις εντελώς επιεικής ,πράγμα που επιτείνει ένα αίσθημα ατιμωρησίας στην κοινωνία ,επιβάλλεται όμως η κοινωνία να δει το ζήτημα με νηφαλιότητα και να λάβει μέτρα. Πριν απ’ όλα πρέπει να δούμε το θέμα της Παιδείας που πρέπει να  παρέχεται για να δημιουργήσει  πολίτες και της Δικαιοσύνης που πρέπει να τιμωρεί άμεσα τέτοιου είδους εγκλήματα με κατεπείγουσες διαδικασίες και αυστηρή τήρηση των δικαιωμάτων και ιδίως του κατηγορουμένου.  Δεν είναι λίγες οι φορές που τα θύματα  και οι συγγενείς τους στην διάρκεια της ποινικής διαδικασίας υφίστανται αφάνταστα ψυχικά μαρτύρια , τόσο από την μακρόσυρτη κίνηση των διαδικασιών ,όσο και την προσπάθεια ενίοτε «υπερασπιστικής» διαστρέβλωσης της αλήθειας.

Τελικά ο ποινικός κολασμός  επιχειρείται εν όψει πάντα του δημοσίου συμφέροντος.  Το ποινικό δίκαιο είναι να προστατεύσει με το όπλο της ποινής, θεμελιώδεις αξίες της κοινωνίας, απολύτως απαραίτητες για την ομαλή κοινωνική συμβίωση και έτσι να εμπεδώσει και να διασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη. Καλός για την αντιμετώπιση του εγκλήματος δεν είναι ο αυστηρός στα χαρτιά Ποινικός Κώδικας, αλλά αυτός που θα μπορεί να εφαρμοστεί σε γρήγορο χρόνο και αποτελεσματικά  με την προϋπόθεση ότι υπάρχει λειτουργία του σωφρονιστικού συστήματος.




Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ


ΣΧΕΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

«Ο νόμοι δ οκ ἐῶσι δς πρς τν ατν περ τν ατν οτε δίκας οτ εθύνας οτε διαδικασίαν οτ λλο τοιοτ οδν εναι»[1]

         Η βελτίωση της απονομής δικαιοσύνης συναρτάται ευθέως με την βελτίωση του επενδυτικού κλίματος. Ο Jean-Claude Juncker είπε σε ομιλία του ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι «τα αποτελεσματικά συστήματα δικαιοσύνης στηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη και υπερασπίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτός είναι ο λόγος που η Ευρώπη προάγει και προασπίζει το κράτος δικαίου» [2] Η αρχή ne bis in idem (ή nοn bis in idem, όπως αλλιώς αναφέρεται) περιλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου της 22.11.1984 που κυρώθηκε με το Ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α’ 89/12.6.1987) και προβλέπει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού» 
Είναι κατά την άποψη μας ορθό να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη, ενόψει της αρχής ne bis in idem και όσα έχουν κριθεί από το ΕΣΔΑ[3] και το ΣτΕ[4].
 

Η με Aριθμό  359/2020 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ έκρινε ότι: «Επειδή, η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ), η οποία έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01 – στο εξής, Χάρτης) και βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης δεσμεύονται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου κατά τη θέσπιση και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, 1887/2018 επταμ.). Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 50 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 1102-1104/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 60-62), λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά τους ανωτέρω κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ο “ποινικός” χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ’ ακολουθίαν, έχουν “ποινική” φύση διοικητικά πρόστιμα σημαντικού ύψους, όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος, που επιβάλλονται για την αποτροπή και την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-514/15, Menci, σκ. 26-33) και (β) κατά την ως άνω γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και τα άρθρα 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου (“ποινικής” φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, κατ’ αρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολεμήσεως της δασμοφοροδιαφυγής και της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, σκ. 48 και 57-59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52). Ειδικότερα, σε υπόθεση τελωνειακής παραβάσεως λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της διοικητικής δίκης περί της επιβολής πολλαπλού τέλους, μετά την έκδοση τέτοιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, ενόψει και του ότι (i) οι δύο επίμαχες “ποινικές” διαδικασίες επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς (και όχι πρόσθετους) σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς (βλ. ανωτέρω σκέψη 7, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 42-44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 44-45), και (ii) το οικείο νομοθετικό πλαίσιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) δεν περιέχει κανόνες (εκτός της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά την ενοχή του δράστη), οι οποίοι να διασφαλίζουν συντονισμό των δύο διαδικασιών, προκειμένου να μειωθεί στο απολύτως αναγκαίο η πρόσθετη επιβάρυνση που συνεπάγεται για τους καθ’ ων η σώρευση “ποινικών” διώξεων και κυρώσεων (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 52-55).»

  • Είναι κατά την άποψη μας ορθό να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη[5], ενόψει της αρχής ne bis in idem και όσα έχουν κριθεί από το ΕΣΔΑ και το ΣτΕ.
 
  • Κατά την άποψή μας, θα ήταν προτιμότερη μια καθαρή λύση (ευθείας) αποποινικοποίησης συγκεκριμένων πράξεων (οι οποίες θα συνιστούσαν εφεξής μόνο διοικητικές κυρώσεις). Αποποινικοποίηση αδικημάτων ήσσονος σημασίας  και αντικειμένου κατωτέρου των 120.000€(όπως είναι τα πολεοδομικά, τα ασφαλιστικά, τα φορολογικά κ.λπ.) και μετατροπή τους σε διοικητικές παραβάσεις (με επιβολή αναλογικών διοικητικών κυρώσεων, π.χ. προστίμων), ώστε να αποφεύγεται ο αχρείαστος ηθικός στιγματισμός των πολιτών αλλά και υπέρμετρη επιβάρυνση των δικαστηρίων. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν νοείται αποποινικοποίηση ορισμένων βαρύτατων συμπεριφορών (π.χ. νοθεία τροφίμων, ρύπανση θάλασσας κα) στο βαθμό που αυτές στον ποινικό νόμο τυποποιούνται ως κακουργήματα. Όμως η χρυσή τομή για ορισμένες σοβαρές περιπτώσεις (πχ. φοροδιαφυγής)θα ήταν η αναστολή της ποινικής διώξεως μέχρις ότου αποφανθεί τελεσίδικα η διοικητική δικαιοσύνη επί της υποθέσεως. Πράγματι, ακόμη και όταν θα αποδειχθεί στη διοικητική δίκη ότι τελέστηκε ορισμένη παράβαση (και προφανώς και το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα), η ποινική καταδίκη του δράση, μετά την άρση της αναβολής ή αναστολής της ποινικής διαδικασίας, πιθανολογείται αφού κατά την νομολογία που προέκυψε με την 359/2020 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, κατά τη άποψη μας  δεν  θα έρχεται σε αντίθεση με την αρχή ne bis in idem. 

 

  • Η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης της παράλληλης πρόβλεψης διοικητικών και ποινικών κυρώσεων για την αυτή πράξη οδηγεί στην υπέρμετρη καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και σε ατιμωρησία όταν μάλιστα στη χώρα μας, τέλος, όχι σπάνια εκδικάζονται κακουργήματα μετά από 17 ή 18 χρόνια, στα όρια δηλαδή σχεδόν της εικοσαετούς τους παραγραφής, ακόμη κι όταν δεν έχει μεσολαβήσει μακρύ χρονικό διάστημα από την τέλεση του εγκλήματος μέχρι την άσκηση της ποινικής δίωξης.

14/6/2020



[1] Δημοσθένης, περί της ατέλειας προς Λεπτίνην, 20. 147 «{Οι νόμοι δεν επιτρέπουν να υπάρχουν δύο φορές κατά του ίδιου προσώπου για τα ίδια πράγματα, ούτε δίκες, ούτε αγωγές, ούτε λογοδοσίες, ούτε διαδικασίες, ούτε άλλο παρόμοιο} (ΠΗΓΗ: ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της ΔΑΦΝΗΣ Δημητρίου ΜΑΘΙΟΥΛΑΚΗ «Η ΑΡΧΗ NE BIS IN IDEM ΚΑΙ Ο «ΔΙΑΛΟΓΟΣ» ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ» Αθήναι 2017)
[2] Ομιλία για την κατάσταση της Ένωσης το 2016, η οποία εκφωνήθηκε ενώπιον του Ευρωπαϊκού  Κοινοβουλίου στις 14 Σεπτεμβρίου   2016: https://ec.europa.eu/priorities/state-union-2016_el

[3] ΕΔΔΑ Εngel και λοιποί κατά Ολανδίας, 8.6.1976, Καπετάνιος κατά Ελλάδος
[4] ΣτΕ 2067/2011 Η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία., ΣτΕ 39/2018,
[5] ΕΔΔΑ, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας (αριθ.35533/04), απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2007,

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ.

Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προτείνει, σύμφωνα με τη «Χουριέτ», η Αγία Σοφία να χαρακτηριστεί επισήμως τζαμί, αλλά παράλληλα να κρατήσει και την ιδιότητα του μουσείου, ώστε να είναι επισκέψιμο και από τουρίστες, όπως το Μπλε Τζαμί απέναντι από την Αγία Σοφία, η οποία μετατράπηκε σε μουσείο το 1934. Η Αγία Σοφία είναι το πρώτο κτίσμα που χτυπάει στα μάτια του επισκέπτη, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα. Το Μουσείο της Αγίας Σοφίας αποτελεί το πλέον δημοφιλές τουριστικό αξιοθέτο στην Τουρκία: Περισσότεροι από 3,7 εκατ. άνθρωποι επισκέφτηκαν το μνημείο το 2019, σύμφωνα με τα στοιχεία του τουρκικού υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού.  Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ. όταν ονόμασε τη μετέπειτα Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την επανάσταση του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο. Η Αγία Σοφία θεωρείται σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς και θαύμα της αρχιτεκτονικής και συνυφασμένη με τα όνειρα και τις μνήμες του Ελληνισμού. Ο Ερντογάν δείχνει να επιμένει σ΄ αυτό το ζήτημα, γνωρίζοντας ότι θα προκαλέσει διεθνείς αντιδράσεις.

Είναι βέβαιο ότι η γειτονική χώρα έχει εντάξει στο πλαίσιο του γενικότερου σχεδιασμού της στην Ανατολική Μεσόγειο και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κλιμακούμενης της έντασης τέθηκε το ζήτημα με την Αγία Σοφία, ζήτημα που τελικά επηρεάζει τον ψυχισμό του Ελληνισμού. Τα επεισόδια του Έβρου, υπήρξαν ευθεία απειλή στην κυριαρχία της χώρας και η αντίδραση της Ελλάδος δεν ήταν η αναμενόμενη από την άλλη πλευρά. Τώρα βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με μία σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση. Ίσως τη σοβαρότερη από το 1974 και μετά… Η Τουρκία, βάσει πολύ καλά μελετημένου σχεδίου, υλοποιεί μια σαφώς επεκτατική πολιτική σε βάρος του Ελληνισμού. Λόγω της Στρατιωτικής συμφωνίας Τουρκίας- Αλβανίας, πολεμικά πλοία του τουρκικού στόλου, θα μπορούν ελλιμενίζονται στην ναυτική βάση του Αυλώνα στην νότια Αλβανία.

Η παρουσία των Τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην Λιβύη και την Κύπρο  είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Η  δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της Τουρκίας, του αιτήματος της κρατικής εταιρείας πετρελαίου, για σεισμικές έρευνες σε μια περιοχή που εκτείνεται ανατολικά από τη Ρόδο μέχρι νοτιοανατολικά της Κρήτης, αποτελεί  την τελευταία τουρκική κίνηση.

Στόχος της Τουρκίας είναι να μας οδηγήσει υπό δυσμενείς συνθήκες σ΄ ένα τραπέζι διαπραγμάτευσης με τον φόβο του πολέμου η και της «ήττας» χωρίς πόλεμο ακόμη. Οι Έλληνες ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝ πόλεμο. Αλλά δεν θέλουν και να…παραδοθούν γιαυτό και πρέπει να είναι έτοιμοι…Πιστεύω πώς όλοι γνωρίζουμε πώς στην κρίσιμη στιγμή θα είμαστε μόνοι.

«Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις εκεί που πάει ν’ ανθίσει…».

5/6/2020

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Η απόφαση Γερμανικού Συνταγματικού δικαστηρίου της 5 Μαΐου 2020: αμφισβήτηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της ΕΕ .






Η απόφαση Γερμανικού Συνταγματικού δικαστηρίου της 5 Μαΐου 2020: αμφισβήτηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της ΕΕ .

Η απόφαση Γερμανικού  Συνταγματικού δικαστηρίου της 5 Μαΐου 2020: αμφισβήτηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και της ΕΕ .
 «Η απόφαση της Καρλσρούης να απορρίψει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «είναι σαν κήρυξη πολέμου».»[1].
ΑΝΤΩΝΗΣ Π. ΑΡΓΥΡΟΣ
1.-Η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου Weiss, 2 BvR 859/15 et al., της 5ης Μαΐου 2020, θέτει στο στόχαστρό της το πρόγραμμα-ναυαρχίδα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη στήριξη της οικονομίας, πυροδοτεί τεράστια ζητήματα στην ΕΕ και στους λαούς της Ευρώπης. Πανευρωπαϊκές αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, που έκρινε «εν μέρει» αντισυνταγματική την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στη δευτερογενή αγορά ομολόγων για την αντιμετώπιση της ευρώ-κρίσης και της έδωσε τρεις μήνες για να αποδείξει πως δεν υπερέβη τις εξουσίες της, όταν αγόραζε έως 2 τρισ. ευρώ κρατικό χρέος την τελευταία πενταετία και ότι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) ήταν αναγκαίο, αλλιώς πρέπει να εξέλθει από αυτό και να πουλήσει τα ομόλογα αξίας 533,9 δισ. που κατέχει.
2.-Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (Bundesverfassungsgericht, BVerfG) είναι το Συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας. Ιδρύθηκε με το Σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας του 1949 (Θεμελιώδη νόμο της Βόννης). Έχει ευρύτατες αρμοδιότητες ελέγχου της συμμόρφωσης της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας με το Σύνταγμα. Το Γερμανικό δικαστήριο στην απόφαση του της 5 Μαΐου  αντιπαρέρχεται απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στις 11 Δεκεμβρίου 2018, με την οποία η αγορά ομολόγων είχε κριθεί σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Το εν λόγω δικαστήριο μάλιστα, αποφάνθηκε ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) της 8ης Δεκεμβρίου 2018 στην υπόθεση C- 493/17 Weiss κλπ.[2] Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο της Καρλσρούης έκρινε ότι η συγκεκριμένη απόφαση του ΔΕΕ εκδόθηκε κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχουν οι Συνθήκες (“ultra vires”) και ως εκ τούτου ότι αυτή δεν έχει δεσμευτική ισχύ. Τέλος, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο έταξε προθεσμία τριών μηνών στην ΕΚΤ εντός της οποίας η Τράπεζα οφείλει να παράσχει στη Γερμανία επαρκή αιτιολόγηση για την υιοθέτηση του προγράμματος. Σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσης της ΕΚΤ, η Bundesbank (Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας) δε θα μπορεί να συμμετάσχει στο εξής στο πρόγραμμα PSPP. Επισημαίνουμε στην απόφαση την εφαρμογή ενός νέου «δόγματος» του «Δόγματος της δημοσιονομικής αυτονομίας», σύμφωνα με το οποίο το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο πρέπει να έχει απόλυτο έλεγχο πάνω σε όλα τα οικονομικά θέματα που αφορούν το ομοσπονδιακό κράτος[3]. Μ’ αυτό τον τρόπο αμφισβητείται ευθέως η ευρωζώνη
3.-Οι αντιδράσεις δεν πτοήσαν τους Γερμανούς Δικαστές και ένας απ΄ αυτούς ο κ. Χούμπερ, δήλωσε ότι η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να θεωρεί τον εαυτό της «Άρχοντα του Σύμπαντος»! Ο Πρόεδρος του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου Αντρέας Φοσκούλε[4] υποστηρίζει ότι η κρίση των Γερμανών δικαστών δεν αμφισβητεί την αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και την χαρακτηρίζει «συνεισφορά στον διάλογο» μεταξύ των δύο Δικαστηρίων.. Το ζήτημα που τέθηκε από το γερμανικό δικαστήριο  δεν είναι μια προφανώς εσφαλμένη απόφαση ,είναι κατ’ εξοχή πολιτικό και πρέπει να λυθεί από την πολιτική ηγεσία της Γερμανίας αλλά και της ΕΕ. «Η απώλεια της ηθικής ανωτερότητας μπορεί να μην ήταν καθοριστική για τη θέση των υπερδυνάμεων του περασμένου αιώνα, συναρτάται όμως στενά με την αποδυνάμωσή τους.».
4.-Το δίκαιο της Ε.Ε. και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχουν χωρίς καμμιά μέχρι σήμερα αμφισβήτηση  υπεροχή έναντι των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων[5]. Το οικοδόμημα της υπεροχής και της άμεσης εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου κλονίζεται. Με τη δημοσιευθείσα στις 4-12-2018 απόφασή του, στην υπόθεση C378/17, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται για την αρχή της υπεροχής του του ενωσιακού δικαίου, ότι δηλαδή ένα εθνικό όργανο που έχει συσταθεί με νόμο με σκοπό τη διασφάλιση της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης σε συγκεκριμένο τομέα πρέπει να έχει την αρμοδιότητα να αφήσει ανεφάρμοστο κανόνα του εθνικού δικαίου αντίθετο προς το δίκαιο της Ένωσης. Είναι γεγονός ότι τα Γερμανικά δικαστήρια δέχονται με επιφυλάξεις[6] την υπεροχή του Ενωσιακού Δικαίου. Για υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, με αφορμή την απόφασή του για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, κάνει λόγο σε άρθρο του στο Βήμα της Κυριακής ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Τονίζει, δε, ότι με την απόφαση αυτή επιχειρεί να θέσει υπό τον δικαστικό του  έλεγχο το ιστορικό στοίχημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης[7].
5.-Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μείνει απαθής μπροστά στην πρωτόγνωρη απόφαση του δικαστηρίου του   Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας και πρέπει άμεσα να προσφύγει στο ΔΕΚ για παραβίαση του Ενωσιακού Δικαίου.  (14.5.2020).  Η Von der Leyen δήλωσε : “Τον τελευταίο λόγο στο ενωσιακό δίκαιο τον έχει πάντα το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου  Η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ να γίνει σεβαστή από όλους - Εξετάζουμε κάθε δυνατότητα αντίδρασης”
6.-Με αυστηρή ανακοίνωση απάντησε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση που προηγήθηκε από το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, στις 5 Μαΐου. Οι Γερμανοί δικαστές ούτε λίγο ούτε πολύ έθεσαν υπόλογη την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων (PSPP) ύψους 2 τρισ. ευρώ, κρίνοντας ότι ο τρόπος που αυτό δρομολογήθηκε το 2018 είναι εν μέρει αντισυνταγματικός. Όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο “υπενθυμίζει” τη θεσμική υπεροχή του:
«Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου δεσμεύει το εθνικό δικαστήριο όσον αφορά την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, το Δικαστήριο, το οποίο ιδρύθηκε από τα κράτη μέλη για τον σκοπό αυτόν, είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει ότι μια πράξη θεσμικού οργάνου της Ένωσης είναι αντίθετη στο ενωσιακό δίκαιο».
Η απάντηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αποτελεί προειδοποίηση για την Ένωση και απευθυνόμενο στο Γερμανικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι τέτοιες αποφάσεις από τα εθνικά δικαστήρια : «θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ενότητα της έννομης τάξης της Ένωσης και να θίξουν τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας του δικαίου»[8].
7.-Η έννομη τάξη  που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστεί σήμερα αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής και κοινωνικής μας πραγματικότητας. Βάσει των συνθηκών της Ένωσης λαμβάνονται κάθε χρόνο χιλιάδες αποφάσεις που συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση της πραγματικότητας των κρατών μελών της ΕΕ και των πολιτών τους. Στην υπόθεση Costa κατά ENEL το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε : «Από το σύνολο των προεκτεθέντων συνάγεται ότι, εφόσον το δίκαιο που γεννήθηκε από τη Συνθήκη απορρέει από αυτόνομη πηγή δικαίου, λόγω του ιδιόμορφου πρωτότυπου χαρακτήρα του, δεν είναι δυνατόν να του αντιτάσσεται οποιοδήποτε εσωτερικό νομοθετικό κείμενο, χωρίς να χάνει τον κοινοτικό του χαρακτήρα και χωρίς να διακυβεύεται η νομική βάση της ίδιας της Κοινότητας. Η εκ μέρους των κρατών μελών μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της Συνθήκης από την εσωτερική τους έννομη τάξη στην κοινοτική συνεπάγεται οριστικό περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων τους, κατά του οποίου δεν είναι δυνατόν να προβληθεί μεταγενέστερη μονομερής πράξη μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια της Κοινότητας.»
8.-Είναι προφανές ότι η Απόφαση του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5 Μαΐου 2020 αποτελεί αμφισβήτηση της υπεροχή του δικαίου της Ένωσης. Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου IfO του Μονάχου, Κλέμενς Φουέστ δήλωσε ότι , η απόφαση της Καρλσρούης να απορρίψει απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «είναι σαν κήρυξη πολέμου». «Η υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ένωσης δικαίου είναι καθήκον όλων μας[9]

22/5/2020


[1] , Κλέμενς Φουέστ.
[2]  Η Απόφαση αυτή ήταν μια απάντηση στην προδικαστική απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του Άρθρου 267 ΣΛΕΕ. 
[3] Βλ. Παύλος Ελευθεριάδης: «Η απόφαση Weiss ως αποτυχία του Γερμανικού Συνταγματισμού» σε https://www.eliamep.gr/publication, 15 Μαΐου 2020
[5] Απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουλίου 2006, Αδενέλερ κ.λπ. (C-212/04, σκέψη 122).
[6] Βλ. α.-  εφ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ  07.05.2020 «Το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο τελικός κριτής των πάντων;»  των Αντώνη Καραμπατζου και Δημήτρη Κυριαζή και  β.-εφ. ΤΑ ΝΕΑ «Μία τέλεια γερμανική καταιγίδα» της Καθ. Λ. Παπαδοπούλου 15.5.20
[7] https://www.liberal.gr/news, Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020
[8] Απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost (C-314/85, σκέψεις 15 και 17).
[9] ΚΑΤΕΡΊΝΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΠτΔ, εισήγηση στην εκδήλωση με αφορμή την έκδοση του συλλογικού τόμου «Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε.» (επιμέλεια Α. Μεταξά), στις 27.11.2019, στην Αίθουσα Λόγου της Στοάς του Βιβλίου στην Αθήνα.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ






«Η  υποχρέωση συμμόρφωσης της ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  προς ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ ή του διοικητικού Εφετείου».
 ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΑΠ-ΑΝ.ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ    
ΕΙΣΑΓΩΓΗ :
Ι.-Είναι σύνηθες φαινόμενο η Διοίκηση  μετά την κοινοποίηση  επίσημου αντίγραφου της αμετάκλητης απόφασης του ΣτΕ  η να αρνείται να συμμορφωθεί σ’ αυτήν με διάφορες  προφάσεις και δικαιολογίες και να ανακαλέσει τις σε εκτέλεση της ακυρωθείσης πράξεως εκδοθείσες διοικητικές αποφάσεις.
IΙ. Εφαρμοστέες διατάξεις:
1.-Η υποχρέωση συμμόρφωσης[1] της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος): «η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της  διοίκησης».
2.- Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του Προεδρικού Διάταγματος  18/1989 - ΦΕΚ 8/9-1-1989 για το ΣτΕ, οι Διοικητικές Αρχές, σε υποχρέωση τους κατά το άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών Εφετείων. Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989 : «Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.»
3.- Στο άρθρο 1 του Ν.3068/2002 «Συμμόρφωση Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις κλπ» (ΦΕΚ Α΄ 274), όπως ισχύει, μεταξύ άλλων, ορίζεται: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ».
Στο άρθρο 2, του ίδιου νόμου ορίζεται: «1. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού, β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, (των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων......» .
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 3068/2002, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο νόμο ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο, η δε άσκηση κατά το άρθρο αυτό πειθαρχικής δίωξης, προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του προαναφερθέντος νόμου.
4.-. Οι παραβάτες του Ν. 3068/2002, εκτός από την δίωξη[2] του άρθρου 259 ΠΚ[3] (παράβαση καθήκοντος), υπέχουν και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση[4].
5.-Δικαίωμα αποζημιώσεως, μπορεί να ζητηθεί άλλωστε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕισΝΑΚ 105-106[5]. Στο άρθρο 5 (παρ.1) του Συντάγματος ορίζεται ότι, «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», στο άρθρο 25 (παρ.1) ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους…». Με τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ. Ν.Α.Κ., ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που τέθηκε για χάρη του γενικού συμφέροντος». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 106 του Εισ. ΝΑΚ και για την ευθύνη των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί χρειάζεται η πράξη αυτή να είναι παράνομη, δηλαδή να παραβιάζεται με αυτήν  ορισμένη διάταξη νόμου που προστατεύει ορισμένο δικαίωμα του ιδιώτη ή και άμεσο συμφέρον αυτού (ΣτΕ 4331, 978/2000). Εξάλλου, αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ δύναται να γεννηθεί και από υλικές ενέργειες των οργάνων τους, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτά καθηκόντων. Τέλος, για να γεννηθεί η από το άρθρο 105 Εισ. ΝΑΚ υποχρέωση για αποζημίωση πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οργάνου του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ που δημιουργεί το νόμιμο λόγο ευθύνης του και της ζημίας που επήλθε (ΣτΕ 347/1997). Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή από τις ειδικές περιστάσεις στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν επαρκώς ικανή να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα (ΣτΕ 979/2000). Επίσης, η αποζημίωση συνίσταται στο χρηματικό ποσό που απαιτείται για την αποκατάσταση της βλάβης και την επαναφορά του πράγματος στην προτέρα κατάστασή του, η οποία θα επιτρέψει την τακτική εκμετάλλευσή του και την απόλαυση των ωφελημάτων που απορρέουν από αυτό (ΑΠ 1233/1993). Εξάλλου, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ, η εν λόγω ευθύνη καλύπτει, όχι μόνο τη θετική ή αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος) του ζημιωθέντος, από την παράνομη δραστηριότητα των οργάνων του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ, αλλά και τη χρηματική ικανοποίησή του για ηθική βλάβη, δεδομένου ότι πρόκειται περί μορφής αδικοπραξίας (ΣτΕ 289/1995).  -
5.- Με το π.δ. 61/2004 (φ. 54), που εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 του ως άνω ν. 3068/2002,θεσπίσθηκε διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η τυχόν άρνηση της Διοίκησης να προβεί στις σχετικές ενέργειες, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας και τη λήψη μέτρων και κυρώσεων που προβλέπονται ειδικώς από το νόμο με τις προαναφερόμενες διατάξεις.
Η άρνηση δε αυτή της Διοίκησης δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, και δεν υπόκειται σε προσβολή για ακύρωση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας[6].
6. Με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002‚ για τη "Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3301/2004 και 4Ε παρ. 3 του Ν. 3388/2005, το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων και με το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 του νόμου αυτού μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο :α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού,
β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού
γ) του Αρείου Πάγου, αν πρόκειται για αποφάσεις των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων όλων των βαθμίδων και
δ) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού."ε) των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτών."
Περαιτέρω, με το Π.Δ. 61/2004 ρυθμίζεται η διαδικασία διαπίστωσης της μη συμμόρφωσης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και ορίζεται: α) με το άρθρο 2 αυτού, ότι μετά την υποβολή της αίτησης ο πρόεδρος του συμβουλίου ορίζει ημέρα συνεδρίασης και εισηγητή, ο οποίος μπορεί να ζητεί από κάθε αρμόδια αρχή στοιχεία και απόψεις σχετικά με το περιεχόμενο της αίτησης και τους λόγους της μη συμμόρφωσης, β) με το άρθρο 3 αυτού, ότι το συμβούλιο συντάσσει πρακτικό μέσα σε δύο μήνες από τότε που περιέρχεται σ` αυτό η αίτηση, με το οποίο εφόσον συντρέχει περίπτωση καλεί την αρχή να υποβάλει στοιχεία και απόψεις‚ σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3068/2002‚ στην αντίθετη δε περίπτωση απορρίπτει την αίτηση, η οποία περιέχει συνοπτική αιτιολογία (παρ. 1), ότι αν μετά από έρευνα των στοιχείων που απεστάλησαν το συμβούλιο διαπιστώσει αιτιολογημένα ότι η καθυστέρηση, παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης ή η πλημμελής συμμόρφωση προς τη δικαστική απόφαση είναι αδικαιολόγητη συντάσσει πρακτικό με το οποίο καλεί την υπόχρεη αρχή να συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα σε εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο (παρ. 2) και ότι αν η υπόχρεη αρχή δεν συμμορφωθεί προς τη δικαστική απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία το συμβούλιο εκδίδει απόφαση, με την οποία βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και προσδιορίζει το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο‚ σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3068/2002 (παρ. 3). Κριτήρια για τον καθορισμό του ποσού, που αποτελεί κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3068/2002‚ είναι η φύση και η σημασία της διαφοράς για την οποία εκδόθηκε η μη εκτελούμενη απόφαση οι συνθήκες της μη συμμόρφωσης και οι συνέπειές της για το πρόσωπο του θιγομένου, η χρονική διάρκεια και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της κύρωσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 3 του Ν. 3068/2002, η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας αυτών (παρ. 1)‚ ενώ κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του όγδοου βιβλίου του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας (παρ. 3) και κατά το άρθρο 8 παρ. 1, 3 και 4 του Π.Δ. 61/2004, ο εκτελεστήριος τύπος της απαίτησης προς είσπραξη του χρηματικού ποσού της κύρωσης που προβλέπεται από το άρθρο 3 παρ. 3, περιάπτεται από τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου που βεβαίωσε τη μη συμμόρφωση, η δε συμμόρφωση της Διοίκησης μετά τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού της κύρωσης δεν καταργεί την εκτελεστότητα της απόφασης του τριμελούς συμβουλίου. Τέλος, κατά το άρθρο 309 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. οι διατάξεις του οποίου έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην προβλεπόμενη από το Ν. 3068/2002 και Π.Δ. 61/2004 διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις‚ οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Ελληνικού Δημοσίου με δικαστική απόφαση, που παράγει υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστή κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις, η διαπίστωση της οποίας γίνεται από το Τριμελές Συμβούλιο κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 3 παρ. 3 του Π.Δ. 61/2004, ήτοι με κλήση της αρχής προς υποβολή στοιχείων και απόψεων μέσα στην προθεσμία που το Τριμελές συμβούλιο έχει τάξει, διαπίστωση από το συμβούλιο αυτό ότι η μη συμμόρφωση είναι αδικαιολόγητη, κλήση της αρχής για συμμόρφωση και άπρακτη πάροδος της προθεσμίας που έχει ταχθεί προς τούτο, το Τριμελές Συμβούλιο εκδίδει απόφαση[7], με την οποία βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και προσδιορίζει το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον αιτούντα, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση του Ελληνικού Δημοσίου προς τη δικαστική απόφαση. Η απόφαση αυτή του Συμβουλίου είναι άμεσα εκτελεστή, αφού στο νόμο 3068/2002 δεν προβλέπονται ένδικα μέσα κατ` αυτής. Περαιτέρω, η εκτελεστότητα[8] της ανωτέρω απόφασης του Τριμελούς Συμβουλίου δεν καταργείται, στην περίπτωση που η συμμόρφωση έλαβε χώρα μετά τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού της κύρωσης από το Συμβούλιο, αλλ` ούτε όταν η συμμόρφωση έγινε σε προγενέστερο μεν χρόνο, πλην όμως αυτή δεν είχε γνωστοποιηθεί προς το Συμβούλιο πριν από την έκδοση της απόφασης προσδιορισμού του ποσού, η οποία (απόφαση) είναι οριστική και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε ανάκληση.
7.-. Με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) προστέθηκαν παράγραφοι 3α, 3β και 3γ στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, ως εξής: «3α. Το δικαστήριο, αν άγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ’ εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. 3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξης, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. 3γ. Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. 3δ...».
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ[9]:
 «Κοινό τόπο των ρυθμίσεων αυτών αποτελεί η νομοθετική επιδίωξη για διεύρυνση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή, πέραν της κατά κανόνα ισχύουσας αναδρομικής ακύρωσης της παράνομης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 3α παρέχεται η δυνατότητα εκ των υστέρων καλύψεως πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης ή εκπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Με την παράγραφο 3β παρέχεται η δυνατότητα στον ακυρωτικό δικαστή να περιορίσει την αναδρομικότητα των ακυρωτικών αποτελεσμάτων και να ορίσει μεταγενέστερο χρονικό σημείο έναρξης αυτών. Με την παράγραφο 3γ ορίζεται ότι η διαπίστωση τυπικών λόγων παρανομίας κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο κανονιστικής πράξης δεν άγει αναγκαίως σε ακύρωση της επ’ αυτής ερειδόμενης ατομικής. Οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1422/2013, 1941/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτου, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα, η ρύθμιση της περίπτωσης της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στην παράγραφο 3α, ερμηνευόμενη εν όψει της ένταξής της στην παράγραφο αυτή και της διαδικασίας που διαγράφει (έκδοση προδικαστικής απόφασης, προθεσμία ενέργειας για τη Διοίκηση, υποβολή υπομνήματος των λοιπών διαδίκων μετά την πάροδο της προθεσμίας, νέα συζήτηση της υπόθεσης προς έκδοση της εν τέλει οριστικής απόφασης), παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει αφ’ ενός τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων και αφ’ ετέρου το δημόσιο συμφέρον, να διαπιστώσει, με οριστική κατά τούτο κρίση, την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να τάξει εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή, η συμμόρφωση της Διοίκησης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία δεν απαιτείται, σύμφωνα πάντα με ειδική κρίση του Δικαστηρίου, να αναδράμει στο χρόνο συντέλεσης της παράλειψης, αλλά μπορεί να αφορά μόνο το μέλλον. Εξ άλλου, το Δικαστήριο μπορεί να τάξει μεγαλύτερη εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση στην εξαιρετική περίπτωση που, εκτιμώντας τις συνθήκες, κρίνει ότι το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.»
III. Ερμηνεία των διατάξεων:
α). Η υποχρέωση[10] συμμόρφωσης της Διοίκησης[11] προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί συνταγματική επιταγή (άρθρο 95 παρ.5 Σ.)· Η υποχρέωση δε αυτή δεν αφορά μόνο το ιδιωτικό συμφέρον των πολιτών, αλλά και αυτό του κοινωνικού συνόλου, στο πλαίσιο της διαφάνειας της λειτουργίας του κράτους και της χρηστής διοίκησης.
Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει (υπόθεση Hornsby κατά Ελλάδας) ότι: «...η αποτελεσματική προστασία ενός μέρους ειδικά σε διοικητικές δίκες και η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτουν την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις....Όταν οι διοικητικές αρχές αρνούνται, αποτυγχάνουν ή καθυστερούν να συμμορφωθούν, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 στερούνται του σκοπού τους».
β) Σε περίπτωση, όμως απορριπτικής αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η Διοίκηση υποχρεούται σε συμμόρφωση[12] προς την εν λόγω απορριπτική απόφαση.
Το Τριμελές Συμβούλιο του ΣτΕ έχει κρίνει (Τρ. Συμβ. ΣΤΕ 8/2005, 9/2004), ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης δεν απορρέει από κάθε απορριπτική απόφαση, «διότι με την αίτηση συμμόρφωσης προς μια τέτοια απόφαση επιδιώκεται πράγματι όχι η συμμόρφωση της Διοίκησης προς την δικαστική απόφαση, αλλά η εκτέλεση των ιδίων αυτής πράξεων».
 Για το ζήτημα όμως αυτό, το ΕΔΔΑ, έχει κρίνει (υπόθεση Ιερός Ναός Μονής Προφήτου Ηλία Θήρας) ότι υπάρχει υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης και προς τις απορριπτικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, δεχόμενο, θεωρώντας προφανώς ότι ανταποκρίνεται, τούτο πληρέστερα στην αρχή της νομιμότητας ότι: «.... Το άρθρο 6 παρ.1 δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στις αποφάσεις που δέχονται και σε αυτές που απορρίπτουν προσφυγή που ασκήθηκε σε αστές που απορρίπτουν προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, πρόκειται πάντοτε για δικαστική απόφαση η οποία πρέπει να είναι σεβαστή και να εφαρμοσθεί. Οι πράξεις ή παραλήψεις της Διοίκησης, συνέπεια δικαστικής απόφασης δεν μπορούν να έχουν συνέπεια ούτε να εμποδίσουν, ούτε ακόμα λιγότερο να αμφισβητήσουν την ουσία της υπόθεσης αυτής...».
γ) Στις δικαστικές αποφάσεις που δημιουργούν υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης, κατά τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Ν. 3068/2002, περιλαμβάνονται και εκείνες που εκδίδονται κατά τη διαδικασία παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας[13], η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 2599/1998, Ολ 2040/2007, 1538/2015 7μ καθώς και 60/2006 και 77/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002), όπως επίσης και οι προσωρινές διαταγές που χορηγούνται επί αιτήσεων παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας[14] (βλ. 60/2006, 15/2007, 7, 75, 106/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002).
δ) Έχει κριθεί ότι: Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η Διοίκηση συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, αλλά οφείλει να προχωρήσει με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωσή της ή των νομικών καταστάσεων που διαμορφώθηκαν εν τω μεταξύ βάσει της πράξεως ή της παραλείψεως που ακυρώθηκε ή ως συνέπεια αυτής. Προς το σκοπό αυτό οφείλει να ανακαλέσει ή τροποποιήσει τις διοικητικές πράξεις που στηρίζονται στη ακυρωθείσα και να επαναλάβει τις πράξεις που κατά νόμο υποχρεούται να εκδώσει, χωρίς τη νομική πλημμέλεια που διαπιστώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, ώστε να διαμορφωθεί νομική κατάσταση σύμφωνη προς το νόμο κατά την έννοια της ακυρωτικής αποφάσεως. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμορφώσεως της Διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακυρώσεως, ήτοι από τη φύση και το είδος της ακυρωθείσας πράξεως ή τα νόμιμα στοιχεία που συγκροτούν την παράλειψη, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για την συγκεκριμένη περίπτωση[15]
ε) Έχει κριθεί ότι: Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), η ακύρωση διοικητικής πράξεως επαναφέρει την υπόθεση στο χρόνο εκδόσεως της πράξεως που έχει ακυρωθεί(ΣτΕ1919/2016.) Περαιτέρω, η νέα πράξη που τυχόν εκδίδει η Διοίκηση ανατρέχει αναγκαίως στον χρόνο εκείνο και διέπεται κατ' αρχήν από το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε τότε (πρβλ. ΣτΕ 1540/2007) και όχι από το ισχύον κατά το χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμορφώσεως προς την ακυρωτική απόφαση (ΣτΕ 1871/2003, 4932/1995 7μ.). Η κρίση ως προς τη συνδρομή των τυπικών προσόντων των υποψηφίων, σε περίπτωση επαναληπτικής εκλογής σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση, λόγω του αναδρομικού χαρακτήρα αυτής, ανατρέχει αναγκαίως στο χρόνο της αρχικής εκλογής, διεπόμενη κατ’ αρχήν από το τότε ισχύον νομικό και πραγματικό καθεστώς και όχι από το ισχύον κατά τον χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνουν χώρα οι ενέργειες συμμορφώσεως προς την εν λόγω ακυρωτική απόφαση (πρβλ. ΣτΕ 1910/2016, 1021/2010, 2558/2009 7μ., 3454/2002, 1614/1993 κ.ά.)
Στ) Έχει κριθεί ότι: Σε περίπτωση ακυρώσεως σύνθετης διοικητικής ενέργειας, η Διοίκηση, επιλαμβανόμενη και πάλι της υποθέσεως, πρέπει να κρίνει από το σημείο, στο οποίο αναφέρεται η ακύρωση και εντεύθεν και να λάβει υπόψη μόνον εκείνα τα στοιχεία που είχε εκτιμήσει κατά την αρχική της κρίση (ΣτΕ 1871/2003, 4932/1955 7μ., βλ. και ΣτΕ 138/2009, 3144/1991 7μ., πρβλ. ΣτΕ 5401/1995). Τα ανωτέρω, ισχύουν αναλόγως και επί προσφυγής.(ΣτΕ1918/2016).
Ζ) Έχει κριθεί ότι: Ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί, εφόσον τα αρμόδια δικαστικά όργανα έχουν ήδη υποδείξει στην Διοίκηση τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, να καθιστά, με ειδικές διατάξεις, ανενεργή την εκκρεμή διαδικασία συμμορφώσεως, καταστρατηγώντας την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις δικαστικές αποφάσεις, η οποία αποτελεί ειδικότερη πτυχή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης. (ΣτΕ Ολ 1128/2016)
ΙV.-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
1) Από το συνδυασμό των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 3 παρ. 1 του ν. 3068/2002, συνάγεται ότι η διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την νομοθετική πράξη που κρίθηκε :
1A) αντίθετη προς συνταγματικές διατάξεις ή
2B) τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από τις πράξεις αυτές, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε ισχύσει η κριθείσα αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική πράξη ή η ακυρωθείσα διοικητική πράξη.
Το ειδικότερο, εξ άλλου, περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της ακυρώσεως, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθορίζεται από το είδος και τη φύση της ακυρωθείσης πράξεως, καθώς και από τα επιτασσόμενα από την ακυρωτική απόφαση.
2) Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι η συμμόρφωση της διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις πρέπει, να είναι πλήρης και, κατά το δυνατόν, άμεση, υπό την έννοια ότι μετά την δημοσίευση της αποφάσεως η αρμόδια αρχή οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του ακυρωτικού αποτελέσματος και δεν δύναται να αδρανεί, επικαλούμενη λόγους οι οποίοι δεν εδράζονται σε συνταγματικές διατάξεις, διότι άλλως αναιρείται ο σκοπός της θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος [16].
3.).- Πρέπει δε να σημειωθεί ότι υποχρέωση συμμορφώσεως δεν έχει μόνο η διάδικη διοικητική αρχή ή το διάδικο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά λόγω της erga omnes ισχύος της ακυρωτικής κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου η διοίκηση στο σύνολό της και συνεπώς και οι διοικητικοί φορείς που δεν ήταν διάδικοι.
4). Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση[17]
V. Η ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ:
Για τους λόγους αυτούς εφ όσον κατατεθεί αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3068/2002 για την βεβαίωση μη συμμόρφωσης:
α) να βεβαιωθεί η μη συμμόρφωση της Διοίκησης
β) να προσδιοριστούν σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3068/2002 τα χρηματικά ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους αιτούντες, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς την εν λόγω δικαστική απόφαση
γ) να διαβιβαστούν από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου τα σχετικά στοιχεία στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, προκειμένου να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά των υπευθύνων, λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Ν. 3068/2002 και
δ) να κληθεί εκ νέου η Διοίκηση σε άμεση συμμόρφωση προς την σχετική δικαστική απόφαση .
VI.-ΕΠΙΛΟΓΟΣ:
Η ύπαρξη του νομικού οπλοστασίου που προαναφέρθηκε ,δίνει την δυνατότητα στην δίκαιη αξίωση του αδικούμενου πολίτη  να υποχρεώσει την διαρκώς και διαχρονικά παρανομούσα  δημόσια διοίκηση, να συμμορφωθεί επιτέλους στις δικαστικές αποφάσεις ,σύμφωνα με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 94 Σ. Είναι βέβαιον ότι η Συνταγματική επιταγή θα μπορεί να υλοποιείται πλήρως  μόνον όταν η Συνταγματική Αναθεώρηση επιτρέψει  επιτέλους την κατάργηση του επαίσχυντου άρθρου 86 Σ, για την Ποινική ευθύνη των υπουργών, καθώς αναγκαία πλέον και η άμεση κάθε άλλης διατάξεως που έχει θεσπισθεί για το ποινικό ακαταδίωκτο των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων.
ΑΘΗΝΑΙ 3/11/2016       
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.-Φ. Βεγλερής, Η συμμόρφωσις της διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1934˙
2.-Στ. Κτιστάκη, Η συμμόρφωση της Διοικήσεως στις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων μετά την αναθεώρηση του 2001, ΤοΣ 2007, σ. 813˙ Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2013˙
3.-Α. Ράντου/Ν. Παπασπύρου, Η συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006,
8.-Αρναούτογλου, Φίλης (1990), Μια προσπάθεια ελέγχου της συμμορφώσεως της
Διοικήσεως στις αποφάσεις του ΣτΕ: Η Επιτροπή του άρθρου 5 του ν. 1470/1984,
Νομικό Βήμα όμος 38 τεύχος 7, σ.139.
9.-Σπηλιωτόπουλος, Επαμεινώνδας (1993), Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Εκδ.
Σάκκουλα.
10.Σπηλιωτόπουλος Επ., Μακρυδημήτρης (επιμ.) (2001), Η δημόσια διοίκηση στην
Ελλάδα, Εκδ. Σάκκουλα.
11.-Ετήσιες Εκθέσεις Συνηγόρου του Πολίτη.
12.- Συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις-Πρακτικά Συνεδρίου, 2003,
Εκδ. Σάκκουλα
13.- Πρεβεδούρου, Ευγενία: Η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στην δίκη ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.
- Η κατάργηση της διοικητικής δίκης, Σάκκουλα, 2012.
14.- Χρυσανθάκης, Χαράλαμπος: Το “δεδικασμένο” της ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1991.
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ


[1] Βλ Μελέτη της Σταυρούλας Ν. Κτιστάκη, Παρέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας ΔΠΘ, δημοσιευμένη στο ΤΟΣ 2007, 813.
[2] Απόφαση 457/2011 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (ΑΡΜ 2011/1022
[3] Άρθρο 259: «Παράβαση καθήκοντος: Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.» Απόφαση 1033/2009 ΑΠ (ΠΟΙΝ), 123/2009 ΠΛΗΜΜ ΛΑΜ, 61/1988 ΠΛΗΜΜ ΜΕΣΟΛ,
[4] Βλ:ΑΠ 957/2013 «Η τελευταία αυτή διάταξη, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 4 παρ.1 του ν.702/1977, εφαρμόζεται και στις ακυρωτικές διαφορές που εκδικάζονται από τα Διοικητικά Εφετεία, ενώ ως προσωπική ευθύνη για αποζημίωση του παραβάτη δημοσίου υπαλλήλου εννοείται η προβλεπόμενη και οριζόμενη από τα άρθρα 57, 59 , 297, 298, 299, 330, 914, 919 και 932 ΑΚ.»ΠΠΑΘ 1277/2010
[5] Βλ.Απόφαση1104/2014 ΔΕΦ ΑΘ, 249/2013 ΕΦ ΛΑΡ (ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2014/49), 1019/2013 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ), 94/2011 ΔΕΦ ΑΘ, 77/2008 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΝΑΣΤ), 9755/2006 ΔΠΡ ΑΘ
[6] Βλ: Ολ ΣτΕ3171/2014,ΘΠΔΔ 2015/267
[7]Βλ: 1/2013 ΑΠ (ΣΥΜΒ)Συμμόρφωση Διοικήσεως με δικαστική απόφαση. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Δημοσίου το Τριμελές Συμβούλιο εκδίδει απόφαση, με την οποία βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση και προσδιορίζει το χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον αιτούντα, ως κύρωση. Η απόφαση αυτή είναι άμεσα εκτελεστή, αφού δεν προβλέπονται ένδικα μέσα κατ` αυτής. Περαιτέρω, η εκτελεστότητα της ανωτέρω απόφασης του δεν καταργείται, στην περίπτωση που η συμμόρφωση έλαβε χώρα μετά τον προσδιορισμό του χρηματικού ποσού της κύρωσης, αλλ` ούτε όταν η συμμόρφωση έγινε σε προγενέστερο μεν χρόνο, πλην όμως αυτή δεν είχε γνωστοποιηθεί προς το Συμβούλιο πριν από την έκδοση της απόφασης προσδιορισμού του ποσού, η οποία (απόφαση) είναι οριστική και ως εκ τούτου δεν υπόκειται σε ανάκληση.
[8]Βλ: 819/2015 ΣΤΕ (Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΔΦΟΡΝ 2015/717, ΘΠΔΔ 2015/426 , ΑΡΜ 2015/1036, Ε7 2015/1282), 683/2014 ΕΦ ΠΕΙΡ (ΜΟΝ)
[9] Απόσπασμα από την 4446/2015 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΔΕΕ 2015/1153, Ε7 2016/287 , ΘΠΔΔ 2015/1116)
[10] Βλ ΣτΕ8/2002, 3727/1995 ΣΤΕ
[11]Με  τον όρο «διοίκηση» νοούνται τόσο στον νόμο όσο και στο παρόν άρθρο το Δημόσιο, οι Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου  του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
[12] «Ο νόμος (αρθρ.95 παρ.5 Σ. 1 Ν.3068/2002,198 KΔΔ) κάνει λόγο για συμμόρφωση και όχι για εκτέλεση. Η έννοια της συμμόρφωσης είναι ευρύτερη από αυτήν της εκτέλεση, καθώς «συμμόρφωση» νοείται και δύναται να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, ιδίως τις αιτιολογίες της, ενώ η εκτέλεση αφορά το συγκεκριμένο διατακτικό της απόφασης» (βλ Γνωμοδότηση ΝΣΚ 233/2013),(ΟλΝΣΚ22/2016 αποφάνθηκε ότι όταν το Συμβούλιο Συμμόρφωσης δικαστηρίου, επιτάσσει στη Διοίκηση να καταβάλει αναδρομικές αποδοχές σε υπαλλήλους, στο πλαίσιο πλήρους συμμόρφωσης προς ακυρωτική δικαστική απόφαση, οφείλει αυτή να συμμορφωθεί, προς αποφυγή των οριζομένων στο άρθρο 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και 5 του ν. 3068/2002 συνεπειών).
[13]Βλ.Σ.τ.Ε. 2599/1998, 2040/2007 Ολομ. καθώς και 60/2006 και 77/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του Σ.Ε. του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002
[14] Βλ. βλ ΣτΕ1282/2016)
[15] Βλ: ΣτΕ4010/2015, 2854/1985 Ολ., 1986/2000, 1512/2009.
[16] βλ. ΣτΕ 1995, 1518/2014, 2559/2011, 677/2010, 2557/2006, 3191/2005 και 21/2008, 43/2010 αποφάσεις του Συμβουλίου άρθρου 2 ν. 3068/2002.
[17] (βλ. 8/2012 ΣτΕ (Συμβ), 8/2011 ΑΠ (Συμβ), 9/2011 ΑΠ (Συμβ), 27/2010 ΕΣ (Πραξη – ΤΜ.I), 1/2009 ΑΠ (Συμβ), 1/2007 ΣτΕ (Συμβ), 8/2012 ΣτΕ (ΣΥΜΒ), 8/2011 ΑΠ (Συμβ), 9/2011 ΑΠ (Συμβ), 27/2010 ΕΣ(Πραξη-Τμ.I), 2/2009 ΑΠ (ΣΥΜΒ).

  ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ; Η ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΤΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΝΕΛΕΗΤΑ. Ούτε μία μέρα χωρίς τροχαίο…. ανελέητος   ο «Μολώχ της ασφάλτου» ...